Εγκύκλιος σχετικά με το παράνομο υπαίθριο εμπόριο, πλανόδιο και στάσιμο

στις

Το παράνοµο υπαίθριο εµπόριο, πλανόδιο και στάσιµο, προκαλεί δυσµενείς επιπτώσεις στην γενική εικόνα των πόλεων, στην οµαλή λειτουργία του στεγασµένου εµπορίου, στις λαϊκές αγορές και στους κατόχους νόµιµης άδειας υπαίθριους πωλητές.

Η πολιτεία µε το Ν. 3377/2005 (ΦΕΚ 202 Α΄) και το Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100 Α’) θέσπισε διαφανείς, αντικειµενικούς όρους και προϋποθέσεις για την έκδοση των σχετικών αδειών καθώς και κανόνες άσκησης της υπαίθριας εµπορικής δραστηριότητας.

Για την οριστική εξάλειψη των ως άνω φαινοµένων εκδόθηκε και η Υπουργική Απόφαση µε αριθµ. Κ1-188/2006 (ΦΕΚ 66 Β΄) σε εξουσιοδότηση του Ν. 3377/2005, µε την οποία τακτοποιήθηκαν χρονίζοντα προβλήµατα που είχε δηµιουργήσει το παράνοµο υπαίθριο εµπόριο .

Εν τούτοις και µετά τις ως άνω νοµοθετικές παρεµβάσεις της πολιτείας, σε αρκετούς ∆ήµους της χώρας, εξακολουθούν να εµφανίζονται φαινόµενα ανάπτυξης παράνοµου υπαίθριου εµπορίου πλησίον των λαϊκών ή δηµοτικών αγορών, σε κεντρικούς εµπορικούς δρόµους, σε πλατείες, σε ιστορικά µνηµεία και σε σταθµούς µέσων µαζικής µεταφοράς, µε αποτέλεσµα τη δυσλειτουργία της αγοράς γενικότερα.

Η χορήγηση των αδειών υπαίθριου εµπορίου, πλανόδιου και στάσιµου είναι αρµοδιότητα των Νοµαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και των ∆ήµων, αντίστοιχα, µέσα στα πλαίσια, που καθορίζει το ισχύον θεσµικό πλαίσιο. Επισηµαίνεται ότι, οι δηµοτικές αρχές έχουν την πλήρη αρµοδιότητα για την πιστή εφαρµογή των διατάξεων σχετικά µε τον έλεγχο και την λήψη διοικητικών µέτρων που αφορούν την δραστηριότητα του υπαίθριου εµπορίου, εντός των διοικητικών τους ορίων.

Οι ελεγκτικές υπηρεσίες κάθε ∆ήµου (∆ηµοτική Αστυνοµία) µε τη συνδροµή της ΕΛ.ΑΣ. από τα οικεία αστυνοµικά τµήµατα, έχουν την κύρια ευθύνη για την εξάλειψη του φαινοµένου του παράνοµου υπαίθριου εµπορίου.

Ακόµη σε ειδικές περιπτώσεις ελέγχου µπορούν να συγκροτούνται µε ευθύνη των ∆ήµων, µικτά συνεργεία ελέγχων, τα οποία είναι σκόπιµο να αποτελούνται από:

α) υπαλλήλους των οικείων ∆ήµων (π.χ. στελέχη της ∆ηµοτικής Αστυνοµίας ή, όπου δεν υπάρχει ∆ηµοτική Αστυνοµία, υπάλληλοι των οικείων ∆ήµων που εξουσιοδοτούνται προς τούτο από τη ∆ηµοτική Αρχή)

β) υπαλλήλους των αρµοδίων Νοµαρχιακών Υπηρεσιών Εµπορίου ή και υπαλλήλους της Γενικής Γραµµατείας Εµπορίου του Υπ. Ανάπτυξης (ειδικά για περιοχές εντός της περιφέρειας Αθηνών – Πειραιώς)

γ) υπαλλήλους των κατά τόπο αρµοδίων ελεγκτικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονοµίας και Οικονοµικών (π.χ. Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, ∆ηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία, κλπ)

δ) στελέχη των Κλιµακίων Ελέγχου Λαϊκών Αγορών & Υπαίθριου Εµπορίου που έχουν συσταθεί σε όλη τη χώρα κατά το άρθρο 7α του Ν. 2323/1995, όπως προστέθηκε µε το άρθρο 7 του Ν. 3190/2003.

ε) στελέχη της Ελληνικής Αστυνοµίας. Το πλέον όµως αποτελεσµατικό µέτρο για την εξάλειψη του παράνοµου υπαίθριου εµπορίου κατά τους ως άνω ελέγχους είναι η εφαρµογή των διατάξεων της υπ’ αρ. Κ1-1178/7-6-07 Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ 1034 Β’ & 1390 Β’), η οποία αφορά τη διαδικασία της κατάσχεσης των εµπορευµάτων, της καταστροφής ή διάθεσης αυτών σε ευαγή ιδρύµατα, που εκδόθηκε σε εξουσιοδότηση του άρθρου 11 του ν. 3377/2005, όπως ισχύει .

Αρµόδια όργανα για την εφαρµογή των διατάξεων αυτής της Υπουργικής Απόφασης είναι η ∆ηµοτική Αστυνοµία, τα Κλιµάκια Ελέγχου Λαϊκών Αγορών και Υπαίθριου Εµπορίου (Κ.Ε.Λ.Α.Υ.Ε.), που έχουν συσταθεί από το Υπουργείο Ανάπτυξης για τις περιοχές της Ν.Α. Αθηνών – Πειραιώς ή που έχουν συσταθεί από τις Περιφέρειες για τις λοιπές περιοχές της χώρας και οι κατά τόπο Υπηρεσίες Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονοµίας και Οικονοµικών, επικουρούµενοι από υπαλλήλους του οικείου ∆ήµου µε µεταφορικό µέσο .

Ειδικότερα, σύµφωνα µε τις διατάξεις της υπ’ αρ. Κ1-1178/7-6-07 Υπουργικής Απόφασης, τα κάθε είδους εµπορεύµατα που διακινούνται στο υπαίθριο εµπόριο µε οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς αυτός που τα διαθέτει να κατέχει την απαιτούµενη από την ισχύουσα νοµοθεσία άδεια υπαίθριου πωλητή ή συνιστούν παράνοµη αποµίµηση προϊόντων τα οποία κυκλοφορούν νόµιµα στην αγορά ή κυκλοφορούν κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.∆. 186/1992, ΦΕΚ 84 Α’), όπως αυτός ισχύει, δηλαδή χωρίς τα νόµιµα παραστατικά στοιχεία (τιµολόγια, αποδείξεις κ.λ.π.) κατάσχονται και καταστρέφονται ή διατίθενται σε νοµικά πρόσωπα που εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς και σε ευαγή ιδρύµατα.

Οι ∆ήµοι, το Υπουργείο Οικονοµίας και Οικονοµικών, το Υπουργείο Ανάπτυξης (∆/νση Τιµών Τροφίµων – Ποτών) και οι Γενικές Γραµµατείες των Περιφερειών, πρέπει να έχουν εκδώσει τα έντυπα τεύχη του Ειδικού Πρωτοκόλλου Κατάσχεσης, όπως ορίζεται στην ως άνω απόφαση και να διαθέσουν αυτά στα αρµόδια ελεγκτικά όργανα. Προς υποβοήθηση των αρµοδίων υπηρεσιών, επισυνάπτεται υπόδειγµα τεύχους του Ειδικού Πρωτοκόλλου Κατάσχεσης.

Τα ελεγκτικά όργανα όταν διαπιστώνουν τις προαναφερθείσες παραβάσεις, συµπληρώνουν το Ειδικό Πρωτόκολλο Κατάσχεσης (Ε.Π.Κ.), στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του παραβάτη πωλητή και καταγράφονται τα είδη που κατάσχονται και η αξία αυτών, εφόσον αυτή προκύπτει από σχετικά στοιχεία. Στη συνέχεια τα κατασχεµένα είδη, µε φροντίδα του ∆ήµου, µεταφέρονται στις αποθήκες του, προκειµένου να καταστραφούν ή να διατεθούν σε ευαγή και λοιπά ιδρύµατα.

Η Ειδική Επιτροπή Εκτίµησης αξίας κατασχεµένων προϊόντων, που συγκροτείται µε απόφαση του αρµόδιου κατά τόπο ∆ηµάρχου, σύµφωνα µε το άρθρο 11 του Ν. 3377/2005, προβαίνει στην σύνταξη Έκθεσης εκτίµησης στην οποία αναφέρονται τα κατασχεµένα είδη και η αξίας τους.

Με βάση την Έκθεση εκτίµησης ο ∆ήµαρχος µε απόφασή του επιβάλλει στον παραβάτη, τέλος ίσο µε το δεκαπλάσιο της αξίας των κατασχεµένων προϊόντων, το οποίο αποτελεί πόρο του οικείου ∆ήµου.

Επισηµαίνεται ότι, µε απόφαση του ∆ηµάρχου :

α) καταστρέφονται υποχρεωτικά οι παράνοµες αποµιµήσεις βιοτεχνικών ή βιοµηχανικών προϊόντων, τα παράνοµα αντίγραφα CD’s & DVD’s ήχου και εικόνας, τα παράνοµα προϊόντα καπνού, τα αγροτικά προϊόντα καθώς και τα ευαλλοίωτα προϊόντα θάλασσας, γαλακτοκοµικά κ.λ.π.

και β) διατίθενται σε ευαγή και λοιπά ιδρύµατα µόνο τα βιοτεχνικά και βιοµηχανικά προϊόντα (π.χ. είδη ένδυσης, δερµάτινα είδη, κλπ), που κατασχέθηκαν επειδή δεν συνοδεύονταν από τα παραστατικά που ορίζονται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων ή αυτός που τα πωλούσε δεν κατείχε την απαιτούµενη άδεια πωλητή, και εφόσον δεν αποτελούν παράνοµες αποµιµήσεις.

Τέλος, οι διατάξεις της υπ’ αρ. Κ1-1178/7-6-07 Υπουργικής Απόφασης δεν εφαρµόζονται στην περίπτωση εµπορίας ζώντων ζώων και πτηνών, όπου πλέον η µεταχείριση των κατασχόµενων υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της κατάσχουσας αρχής

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s